Άρθρα

Newsletter

Όνομα:
Email:

To Γνωμικό Του Μήνα

ΜΗΝΑΣ: NOEMΒΡΙΟΣ (2017)

 " Μοναξιά δεν είναι να μην έχεις ανθρώπους γύρω σου. Είναι να μην είσαι σε θέση να εκφράσεις όσα είναι σημαντικά για εσένα.."

              CARL G. JUNG

   carl-jung-quotes.jpg - 28.34 Kb

 

Γνωμικα Των Προηγούμενων Μηνων

ΜΗΝΑΣ: ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ (2017)

 "Αυτό που κάνει όμορφη την έρημο

είναι ότι κάπου μέσα της

κρύβει ένα ποτάμι ..."

ANTOINE DE SAINT-EXUPE'RY


asexupery.jpg - 8.18 Kb

 

 

ΜΗΝΑΣ: ΣΕΠΤΕΜΒΡΟΣ (2017)

 "Θα πρέπει πρώτα να σταματήσεις..

Και μετά να αλλάξεις κατεύθυνση..."

                                 ERICH FROMM


erich f.jpg - 7.66 Kb

 

 

ΜΗΝΑΣ: ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (2017)

 

" Μόνο μέσα σε εσένα

υπάρχει αυτή η άλλη πραγματικότητα

που τόσο πολύ λαχταράς..."

                          HERMAN HESSE

 

herman hesse.jpg - 29.72 Kb

 

 

ΜΗΝΑΣ: IOYΛIΟΣ (2017)

 

  1111111111.jpg - 8.02 Kb

 freud.jpg - 3.25 Kb

 

 

 

ΜΗΝΑΣ: IOYNIΟΣ (2017)

 

http://www.kousiadis.gr/images/stories/%2030000.jpg

 http://www.kousiadis.gr/images/stories/lacan.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΗΝΑΣ: MA'I'ΟΣ (2017)

22222.jpg - 7.96 Kb

andre.jpg - 8.73 Kb

 

 

ΜΗΝΑΣ: ΑΠΡΙΛΙΟΣ (2017)

 10000.jpg - 9.33 Kb

krishnamurti.jpg - 8.79 Kb

 

 

 

 

Κοινωνική Φοβία: Όταν ο Φόβος για τους Άλλους "Δένει" τα Χέρια PDF Εκτύπωση E-mail

 

 

 

       Συγγραφή-Επιμέλεια Κειμένου: Ευάγγελος Κουσιάδης  

         
image photo : Terrified female prisoner   ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΟΒΙΑ: ΟΤΑΝ Ο ΦΟΒΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ "ΔΕΝΕΙ"ΤΑ ΧΕΡΙΑ..(ΚΑΙ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ..)

                              

 

Ο όρος «κοινωνική φοβία» επινοήθηκε από τον Janet το 1903 για να περιγράψει τα άτομα που φοβόντουσαν ότι θα γίνουν αντικείμενο εξονυχιστικής παρατήρησης σε κοινωνικές καταστάσεις, όπως το να κάνουν δημόσιες ομιλίες ή το να παίξουν πιάνο μπροστά σε κοινό. Ωστόσο, οι Marks& Gelder (1965) χρησιμοπίησαν τον όρο «κοινωνική φοβία» για να περιγράψουν τα άτομα που διακατέχονταν από έντονο φόβο στο να φάνε σε δημόσιους χώρους, διαχωρίζοντάς τους από τους αγοραφοβικούς και άλλα είδη φοβιών. Αργότερα οι  Marks & Gelder (1966) στην κατηγορία της κοινωνικής φοβίας συμπεριέλαβαν όχι μόνο το φόβο του να τρώει κανείς μπροστά σε άλλους, αλλά επίσης το φόβο της ντροπής και του κοκκινίσματος (ερυθροφοβία), το φόβο του να συνατήσει και να συνομιλήσει με άλλους, το φόβο του να πάει σε πάρτυ ή σε χορευτικές εκδηλώσεις και ακόμα το φόβο του να γίνει ξαφνικά το κέντρο της προσοχής, τραβώντας τα βλέμματα πάνω του.

 H κοινωνική φοβία χαρακτηρίζεται από τον διαρκή και έντονο φόβο της κοινωνικής απόδοσης ή επίδοσης και της συνεπακόλουθης αμηχανίας ή ντροπής που μπορεί να συμβεί. Yπάρχουν δύο τύποι κοινωνικής φοβίας: η περιορισμένη κοινωνική φοβία, που αφορά μία συγκεκριμένη κοινωνική κατάσταση πχ. την εκφώνηση λόγου μπροστά σε κοινό και η γενικευμένη κοινωνική φοβία, που αφορά όλες τις κοινωνικές καταστάσεις, όπου το άτομο ενδέχεται να φανεί κοινωνικά ανεπαρκές στα μάτια των άλλων και να κριθεί αυστηρά για αυτό.  

 Οι  Andre & Legeron (2007) τονίζουν πως η κοινωνική φοβία κινείται πάνω σε τρείς φοβικούς άξονες: α) φόβος μην αποκαλυφθεί κάποιο ψυχικό ή σωματικό μειονέκτημα, β) φόβος μη φανερωθεί κάποιο ενοχοποιητικό μυστικό (πχ. απουσία προηγούμενης ερωτικής εμπειρίας του ατόμου, ενώ βρίσκεται μέσα σε σχέση)  και γ) φόβος μην αποκαλυφθεί κάποια κοινωνική αδεξιότητα ή ανεπάρκεια. Σε άλλο σημείο του βιβλίου τους « Ο φόβος για τους άλλους» οι  Andre & Legeron (2007, σς. 44) μιλούν για την «πυραμίδα των κοινωνικών φόβων», όπου περιλαμβάνονται οι εξής φοβικές-κοινωνικές καταστάσεις: α) ο φόβος της έκθεσης μπροστά στους άλλους ( το να κάνει κάποιος ένα έργο ενώ οι άλλοι τον κοιτούν), β) ο φόβος των καταστάσεων όπου απαιτείται αυτοπεποίθηση, γ) ο φόβος της αποκάλυψης ελαττωμάτων και δ) ο φόβος της αποτυχίας.

Ως συμπλήρωμα στα προαναφερθέντα,  η κοινωνική φοβία στην πραγματικότητα είναι ο φόβος της απόρριψης από τους άλλους. Αυτός ο φόβος της απόρριψης   προκαλεί την αμηχανία, τη ντροπή και την αίσθηση της διαρκούς εξέτασης από τους άλλους που αισθάνεται ο κοινωνικο-φοβικός. Αυτός όλος ο φοβικός κύκλος κάνει τον πάσχοντα να αισθάνεται "στριμωγμένος στον τοίχο" απέναντι στους άλλους: η γλώσσα και η καρδιά "δεμένες" από το άγχος, τα χέρια να ιδρώνουν και να κρύβονται (σα να φορούν χειροπέδες) από τα εξεταστικά βλέμματα και ο ίδιος ο κοινωνικο-φοβικός να εύχεται "να άνοιγε η γη να τον καταπιεί", προκειμένου να γλυτώσει από τη φοβερή δοκιμασία της έκθεσης του εαυτού του απέναντι στους ανθρώπους-που μέσα στο μυαλό του φαντάζουν σαν οι πιο σκληροί δικαστές και κριτές, έτοιμοι να καταδικάσουν και να ειρωνευτούν κάθε του αδυναμία.

                                                                        image photo : Harassment

 Επίσης,  η κοινωνική φοβία ενεργοποιεί δύο είδη πόνων: το ένα είδος πόνου προκαλείται όταν το άτομο αναγκάζεται ή προκαλείται να κάνει αυτό που φοβάται και το άλλο είδος πόνου προέρχεται όταν αποφεύγει τελικά αυτό που φοβάται. Όμως, η συστηματική αποφυγή του φοβικού ερεθίσματος ενισχύει την ένταση της κοινωνικής φοβίας, σε αντίθεση με τη συνειδητή έκθεση απέναντι στις φοβικές καταστάσεις.

 

 Κλινικά συμπτώματα και Επιδημιολογικά χαρακτηριστικά της Κοινωνικής Φοβίας

 

Η κοινωνική φοβία εντάσσεται στην κλινική διαγνωστική κατηγορία των αγχωδών διαταραχών με βάση το Αμερικάνικο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών (DSM-IV-TR, 2000), στο οποίο περιγράφεται ως «Κοινωνική Αγχώδης διαταραχή». Σύμφωνα με το   DSM-IV-TR (2000) η κοινωνική φοβία εμφανίζεται με μία σειρά κλινικών συμπτωμάτων, που είναι τα ακόλουθα:

Α. Έκδηλος και επίμονος φόβος του ατόμου έναντι μιας ή περισσότερων καταστάσεων, οι οποίες είναι είτε κοινωνικές είτε απαιτείται να ενεργήσει μπροστά  σε κοινό και στις οποίες εκτίθεται σε άγνωστους ανθρώπους ή σε πιθανό εξονυχιστικό έλεγχο από άλλα άτομα. Το άτομο φοβάται ότι θα ενεργήσει με έναν τρόπο ( ή θα δείξει συμπτώματα άγχους) που θα το ταπεινώσει ή θα το φέρει σε αμηχανία.

Β. Η έκθεση στη φοβική κοινωνική  κατάσταση προκαλεί σχεδόν πάνατα άγχος, το οποίο μπορεί να πάρει τη  μορφή της κατά συνδεόμενης ή εκλυόμενης Προσβολής Πανικού ( στα παιδιά ωστόσο το άγχος μπορεί να εκφράζεται με κλάματα, νευρικότητα, ακινητοποίηση, ή αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων με άγνωστους ανθρώπους ).

Γ. Το άτομο αναγνωρίζει ότι  ο φόβος είναι υπερβολικός ή παράλογος (στα παιδιά αυτό το στοιχείο μπορεί να απουσιάζει).

Δ. Οι φοβικές καταστάσεις αποφεύγονται ή αλλιώς υπομένονται με έντονο άγχος ή ενόχληση.

Ε. Η αποφυγή, η αγχώδης προσμονή ή η ενόχληση που συνδέονται με τις φοβικές καταστάσεις, παρεμποδίζουν σημαντικά τις συνήθεις καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου, την επαγγελματική (ή σχολική) λειτουργικότητα ή τις κοινωνικές δραστηριότητες ή σχέσεις, ή υπάρχει έκδηλη ενόχληση για την ύπαρξη της φοβίας.

ΣΤ. Σε άτομα νεότερα των18 ετών, η διάρκεια είναι τουλάχιστον 6 μήνες.

Ζ. Ο φόβος ή η αποφυγή δεν οφείλονται στις άμεσες φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (πχ. ουσία κατάχρησης, φάρμακα) ή σε γενική σωματική κατάσταση και δεν εξηγούνται καλύτερα με άλλη ψυχική διαταραχή (πχ. Διαταραχή Πανικού Με ή Χωρίς Αγοραφοβία, Διαταραχή ΄Αγχους Αποχωρισμού, Σωματοδυσμορφική Διαταραχή, Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή ή Σχιζοειδής Διαταραχή της Προσωπικότητας).

Η. Αν είναι παρούσα μια γενική σωματική κατάσταση ή άλλη ψυχική διαταραχή, ο φόβος του Κριτηρίου Α είναι άσχετος με αυτή, πχ. ο φόβος δεν προέρχεται από Τραυλισμό, από τον τρόμο σε νόσο του Parkinson, ή από την εκδήλωση ανώμαλης διατροφικής συμπεριφοράςσε Ψυχογενή Ανορεξία ή Ψυχογενή Βουλιμία.

  Οι έρευνες ( Schneier et al., 1992) έχουν δείξει πως η κοινωνική φοβία-  πράγματι συνδιαγιγνώσκεται και με άλλες ψυχικές διαταραχές που καλύπτουν ένα ευρύ κλινικό φάσμα, όπως η αγοραφοβία ( 45% το ποσοστό συννοσηρότητας), η χρήση αλκοόλ (19% ποσοστό συννοσηρότητας), μείζων κατάθλιψη (17% ποσοστό συννοσηρότητας), χρήση ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό τοξίκωσης (13% ποσοστό συννοσηρότητας), διαταραχές πανικού (68-70% ποσοστό συννοσηρότητας). Επιπροσθέτως, η κοινωνική φοβία μπορεί να συνδιαγνωσθεί και με την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, τη δυσθυμική διαταραχή, και με διαταραχές ύπνου.

 

 Οι Κessler et al. (1994) σημειώνουν πως η συχνότητα εμφάνισης της κοινωνικής φοβίας στο γενικό πληθυσμό κυμαίνεται από 3%-5%, ενώ  επισημαίνουν πως η κοινωνική φοβία προβλέπεται να επηρεάσει το 10% του γενικού πληθυσμού τα επόμενα χρόνια, γεγονός που δείχνει κατά τους ερευνητές τη σοβαρότητα της συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής.

 Στις Η.Π.Α. περίπου 2.5 εκατομμύρια Αμερικανοί  πάσχουν από κοινωνική φοβία. Η πορεία της κοινωνικής φοβίας είναι συνήθως χρόνια, με κάποια σχετική ύφεση των συμπτωμάτων μετά το 45ο έτος, ενώ μόνο το 27% των πασχόντων μπορεί να αναρρώσει πλήρως (με την υποστήριξη ψυχοθεραπείας) από τα κλινικά συμπτώματα της διαταραχής ( Davidson et al., 1993).       

  Το χρονικό σημείο έναρξης της κοινωνικής φοβίας είναι συνήθως στη διάρκεια της εφηβείας, ενώ πιο σπάνια μπορεί να εμφανιστεί και μετά το 25ο έτος .                                                                                                                            

                  

 Σε ότι αφορά  στη συχνότητα εμφάνισης της κοινωνικήςφοβίας στα δύο φύλα, οι έρευνες    αναφέρουν πως οι γυναίκες υποφέρουν πιο συχνά από τη συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή σε σχέση με τους άνδρες.  Άλλες έρευνες ( Robins et al., 1984), σημειώνουν πως οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες γενικά στην εμφάνιση αγχωδών διαταραχών και πιο ευπρόσβλητες στην ανάπτυξη κάποιας ειδικής φοβίας σε σχέση με τους άνδρες.                                                                                                                                                

                                                                              
image photo : Teen frustration             image photo : Depression   ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΦΟΒΙΕΣ..       
image photo : Depression and sorrow
         
           Επιπροσθέτως, η κοινωνική φοβία εμφανίζεται πολύ πιο συχνά σε άτομα που είναι ανύπαντρα, διαζευγμένα ή άνεργα, καθώς ο γάμος με τις συνεπακόλουθες οικογενειακές υποχρεώσεις και η εργασία με τις δικές της κοινωνικές απαιτήσεις, αποτελούν ανασχετικό παράγοντα εμπλοκής και δέσμευσης για τα άτομα που πάσχουν από κοινωνική φοβία

 

 

 Τα Αίτια της Κοινωνικής φοβίας: Οι διάφορες θεωρίες                                     

 

. Το Νευροβιολογικό-Γενετικό Μοντέλο

 

Αρκετές  έρευνες που πρεσβεύουν το νευροβιολογικό μοντέλο της κοινωνικής φοβίας ( Reich & Yates, 1988  Torgersen, 1979   Fyer et al., 1993) και έγιναν κυρίως σε μονοζυγωτικά δίδυμα, υποστηρίζουν την άρρηκτη συσχέτιση μεταξύ κοινωνικής φοβίας και γενετικής προδιάθεσης. Οι συγκεκριμένες έρευνες κάνουν λόγο για την ύπαρξη γονιδίων που προκαλούν την κοινωνική φοβία και τα οποία προκαλούν- από την πρώιμη βρεφική και νηπιακή ηλικία ακόμα-  την εκδήλωση και καθιέρωση έντονων σωματικών αντιδράσεων σε καταστάσεις αρχικά ήπιου στρές. Οι προαναφερθείσες έρευνες συνεπικουρούμενες από μία αντίστοιχη έρευνα των Kagan, Reznick & Snidman (1987) υποστήριξαν την υπόθεση πως η κοινωνική φοβία είναι από τις ελάχιστες ψυχικές διαταραχές που θα εμφανιστεί και στα δυο παιδιά που ανήκουν στο ζεύγος των μονοζυγωτικών διδύμων, γεγονός που επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός αντίστοιχου γενετικού υλικού για την εκδήλωση της συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής.

 Ακόμα, αξίζει να αναφερθεί, πως οι παραπάνω έρευνες   έδειξαν ότι σε πολλές περιπώσεις, τα άτομα που έπασχαν από κοινωνική φοβία είχαν ένα τουλάχιστον γονέα που έπασχε επίσης από κοινωνική φοβία, ή από διαταραχή πανικού ή από κάποια άλλη αγχώδη διαταραχή.   Τα άτομα που πάσχουν από κοινωνική φοβία, επειδή αισθάνονται μία διαρκή έλλειψη ελέγχου πάνω στη ζωή τους, τείνουν να εκκρίνουν μεγαλύτερες ποσότητες ορμονών του στρές, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της φοβικής-αποφευκτικής συμπεριφοράς απέναντι στα φοβικά ερεθίσματα.                                                                            

 

 

 Το Ψυχοδυναμικό Μοντέλο                                                                                               

             Σύμφωνα με τη Ψυχοδυναμική προσέγγιση η κοινωνική φοβία, όπως και κάθε ψυχική διαταραχή, προέρχεται από ασυνείδητες, εσωτερικές και ανεπίλυτες συγκρούσεις  που βασανίζουν το άτομο και εκδηλώνονται με τη μορφή κάποιας διαταραχής ακριβώς για να επιλυθούν ( Zerbe, 1994). Στην περίπτωση της κοινωνικής φοβίας, η πραγματική ασυνείδητη επιθυμία του ατόμου είναι να αποτελέσει το επίκεντρο της προσοχής ( γι’ αυτό και τα νευροφυτικά συμπτώματα του κοκκινίσματος και της εφίδρωσης), φοβάται δε, ότι θα επισύρει τα βλέμματα των άλλων, διότι κατά βάθος επιθυμεί να τον κοιτάνε κα να ασχολούνται μαζί του.

                                                                            image photo : 3d man sitting with many problems

Επειδή όμως αυτή η επιθυμία του ατόμου να αποτελέσει επίκεντρο της προσοχής των άλλων λογοκρίνεται από το Υπερ-εγώ, απωθείται στο ασυνείδητο ως επικίνδυνη επιθυμία για να πραγματωθεί και μετατρέπεται τελικά σε κλινικό σύμπτωμα προκειμένου να εκφραστεί. Το νόημα δηλαδή όπως και η αιτία της κοινωνικής φοβίας είναι καθαρά συμβολικό και βρίσκεται στη ζώνη του ασυνείδητου.                      

 

 

 

Το Συμπεριφορικό Μοντέλο

 

Το Συμπεριφορικό Μοντέλο της κοινωνικής φοβίας πρεσβεύει ότι κάθε φοβία- επομένως και η κοινωνική- είναι το αποτέλεσμα μιας μαθημένης συμπεριφοράς που αποκτήθηκε μέσα από την πρωταρχική αντίδραση φόβου απένατι σε μια επώδυνη εμπειρία (ανεξάρτητο ερέθισμα). Για τους Συμπεριφοριστές, το είδος της φοβίας που θα αναπτύξει το άτομο εξαρτάται αποκλειστικά από το είδος του φοβικού πρωταρχικού ερεθίσματος (αν θα είναι δηλαδή κάποιο ζώο, έντομο κλπ.). Στην περίπτωση της κοινωνική φοβίας, το αρχικό ερέθισμα μπορεί να ήταν κάποια κριτική που ασκήθηκε δημόσια στο άτομο για κάποια συμπεριφορά του ή για τα λεγόμενα του, με αποτέλεσμα να βιώσει μια εμπειρία ταπείνωσης και ανεπάρκειας, συναισθήματα που επαναλαμβάνει ως συνοδά επακόλουθα της κοινωνικό-φοβικής συμπεριφοράς, σε κάθε περίσταση που θυμίζει το αρχικό ερέθισμα (εξαρτημένη μάθηση) από πλευράς συνθηκών {πχ. δημόσιος και πολυπληθής χώρος,} ( Mineka & Zinbarg, 1995). Οι Συμπεριφοριστές πιστεύουν, πως εάν το άτομο αντιμετωπίσει κατάματα αυτό που φοβάται θα μπορέσει να τροποποιήσει την αρχική φοβική –αποφευκτική συμπεριφορά και να υιοθετήσει μία νέα μαθημένη-«αντιφοβική» συμπεριφορά, εφ’όσον όλες οι ανθρώπινες αντιδράσεις είναι αποτέλεσμα μάθησης, σύμφωνα με το εν λόγω μοντέλο.     

 

 

 

 Το Γνωσιακό Μοντέλο                                                                              

           

Η Γνωσιακή προσέγγιση της κοινωνικής φοβίας πιστεύει πως αρνητικά μοτίβα σκέψης, που παγιώθηκαν από παρελθούσες εμπειρίες, επηρεάζουν δυσμενώς την ερμηνεία που δίνει το άτομο απέναντι στις διάφορες κοινωνικές περιστάσεις, με αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσλειτουργικών συμπεριφορών και την εκδήλωση συγκεκριμένων σωματικών συμπτωμάτων, που χαρακτηρίζουν τη ψυχική διαταραχή της κοινωνικής φοβίας. Με άλλα λόγια, οι αρνητικές σκέψεις ενός ατόμου που θα βρεθεί σε μία δεδομένη κοινωνική κατάσταση, αυξάνουν τη φυσιολογική διέγερση του οργανισμού, επιτείνουν τις νευροφυτικές αντιδράσεις (κοκκίνισμα, εφίδρωση, ταχυπαλμία) και εμποδίζουν εν τέλει την ικανότητα του ατόμου να εκτιμήσει με ακρίβεια και λογική την συγκεκριμένη κατάσταση και να δράσει ανάλογα ( Beck & Emery, 1985).                       

 

Αυτή η διαστρεβλωμένη και μη πραγματική εκτίμηση της εκάστοτε κοινωνικής συνθήκης, οδηγεί το άτομο στο να αμφιβάλλει για την ικανότητά του να κάνει θετική εντύπωση στους άλλους, οι αρνητικές σκέψεις αυξάνονται και η προσοχή του πάσχοντος στρέφεται προς κάθε τι που θα επιβεβαιώνει τις αρνητικές του σκέψεις, εξετάζοντας εξονυχιστικά κυρίως τα δικά του σωματικά μηνύματα (τα σωματικά συμπτώματα άγχους που εκλύει), αλλά  και τις αντιδράσεις των άλλων, που μπορεί δυνητικά να καταλάβουν την εκδήλωση της κοινωνικής φοβίας.

 

Με αυτόν τον προκατειλημμένο τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων και των περιβαλλοντικών ερεθισμάτων, ο πάσχων προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι τελικά η αρνητική εκτίμηση και ερμηνεία της κατάστασης ήταν ακριβής από την πλευρά του. Έτσι, οδηγείται σε έναν ατελείωτο φαύλο κύκλο, όπου η αρνητική εικόνα του εαυτού ψάχνει διαρκή επαλήθευση και η διαρκής επαλήθευση –μέσω της αρνητικής ερμηνείας των σωματικών συμπτωμάτων και των αντιδράσεων των άλλων ανθρώπων- ενισχύει ακόμα περισσότερο την αρνητική εικόνα του εαυτού και επομένως, επιτείνει και τα κλινικά συμπτώματα της κοινωνικής φοβίας ( Clark & Wells, 1995).

 

Το άτομο στην προσπάθειά του να ανακουφιστεί από τα συμπτώματα της διαταραχής  καταφεύγει σε συμπεριφορές ασφαλείας με σκοπό να κάνει το άγχος του λιγότερο ορατό  ή να το ελαχιστοποιήσει στο έπακρον.

 

Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα συμπεριφορών ασφαλείας στην κοινωνική φοβία είναι τα εξής: α) αποφυγή της βλεμματικής επαφής, β) απομόνωση και αποτράβηγμα στην περιφέρεια του ακροατηρίου (το «ακροατήριο» αφορά όλους εκείνους που εν δυνάμει μπορεί να καταλάβουν τη συμπεριφορά του κοινωνικά φοβικού ατόμου και να το επικρίνουν αυστηρά γι’αυτό), ή σε απόμακρες γωνιές, σε οποιοδήποτε κοινωνικό περιβάλλον ή συνθήκη, για να διασφαλισθεί η μη ενεργός συμμετοχή του πάσχοντος με οποιοδήποτε τρόπο- είτε σαν αντικείμενο παρατήρησης λόγω πιθανής εκδήλωσης των σωματικών συμπτωμάτων της διαταραχής είτε σαν επίκεντρο της προσοχής όπου μπορεί ξαφνικά να του απευθυνθεί ο λόγος, γ) υιοθέτηση ως απαραίτητου αξεσουάρ του έντονου μακιγιάζ ή  των σκούρων γυαλιών, για να μειώσει την εμφάνιση των νευροφυτικών συμπτωμάτων και εμφανιστεί όσο γίνεται πιο ατάραχος, δ) διαρκής νοητική πρόβα (νοητικές τελετουργίες) για το τι θα πεί και το πώς θα συμπεριφερθεί στην αγχογόνο κατάσταση,  ε) έλεγχος της μνήμης και αυτοαξιόλογηση των λεγομένων του μετά από κάθε πρόβα (Clark &Wells, 1995).                                                                                          

 

 Το Γνωσιακό μοντέλο της κοινωνικής φοβίας θεωρεί ότι οι πάσχοντες, όταν εισέρχονται στις κοινωνικές καταστάσεις, έχουν ήδη προετοιμάσει αρνητικά τον εαυτό τους σε σχέση με την επίδοση τους μπροστά σε άλλους. Κατά συνέπεια, όταν έρχονται αντιμέτωποι με μία κοινωνική περίσταση, βρίσκονται ήδη σε κατάσταση άγχους, περιμένοντας να φανούν κοινωνικά αδέξιοι και ανεπαρκείς και να κριθούν αρνητικά γι’ αυτό. Γίνεται έτσι φανερό, ότι δεν είναι η κοινωνική κατάσταση που πυροδοτεί το φόβο τους αλλά η προκαταβολική σκέψη της ανεπάρκειας τους και της δυσμενούς κριτικής που θα υποστούν, την οποία πιστεύουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε περιμένουν ότι έτσι θα γίνει, όχι μόνο στη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά κάθε φορά                

 Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα αρνητικών αυτομάτων σκέψεων στην διαταραχή της κοινωνικής φοβίας, το περιεχόμενο των οποίων είναι τα εξής: « Δεν θα τα καταφέρω», « Θα φανώ αδέξιος», «Φαίνομαι νευρικός», « Όλοι με κοιτούν», « Δεν ανήκω εδώ», « Θα  με νομίζουν αδύναμο και κατώτερο», « Έχω κοκκινίσει, τρέμω, έχω ιδρώσει», « Προκαλώ στους άλλους ανία», « Δεν με συμπαθούν». Από το περιχόμενο των παραπάνω σκέψεων είναι φανερό πως το επίκεντρο της κοινωνικής φοβίας βρίσκεται σε θέματα απόρριψης-αποδοχής, συμπάθειας-αντιπάθειας, θαυμασμού-γελοιοποίησης. Αυτό που στην κυριολεξία τρέμει ο πάσχων στην κοινωνική φοβία, είναι η δυσμενής αντίδραση των άλλων προς το πρόσωπό του, αυτή είναι η υπέρτατη  καταστροφή, ο κοινωνικός στιγματισμός που ποτέ δε θα ξεπεραστεί, όπως ο ίδιος πιστεύει ( Comer, 2008  Μarks, 1993).                       

 

Τα γνωστικά σχήματα της αποτυχίας, της ανεπαρκούς επίδοσης, της κοινωνικής απαξίωσης είναι αυτά που διαμεσολαβούν το κοινωνικό του άγχος και τα οποία παρεμβαίνουν με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε κοινωνική περίσταση να ερμηνεύεται και να καθορίζεται υπό την επήρρεια των αρνητικών αυτών σχημάτων, επηρεάζοντας ανάλογα τη συμπεριφορά του ατόμου. 

 

 

 Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία της Κοινωνικής Φοβίας: Γνωσιακές και Συμπεριφορικές Τεχνικές                                                                                                

 

           Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική θεραπεία χρησιμοποεί τόσο γνωσιακές μεθόδους (για την αμφισβήτηση και αναδόμηση των αρνητικών σχημάτων), όσο και συμπεριφορικές τεχνικές (για να αντιμετωπιστούν σε πρακτικό πλέον επίπεδο οι φοβικές-αποφευκτικές και δυσλειτουργικές  συμπεριφορές του ασθενούς) για τη θεραπεία της κοινωνικής φοβίας. Ο Marks (1993), τονίζει πως ο συνδυασμός γνωστικών και συμπεριφορικών μεθόδων είναι πολύ αποτελεσματικός στη θεραπευτική παρέμβαση των φοβιών γενικά. 

 

         Το γνωσιακό μοντέλο της κοινωνικής φοβίας πρεσβεύει πως διαστρεβλωμένες και δυσπροσαρμοστικές πεποιθήσεις και γνωσίες σχετικά με τον εαυτό και τους άλλους, καθώς και διεργασιακά λάθη στις αυτόματες σκέψεις του ατόμου σχετικά με την εν γένει παρουσία του, τη συμπεριφορά, την εμφάνιση και την επίδοση του –σε κοινωνικές περιστάσεις-παρεμβαίνουν αρνητικά στη δομή και το περιεχόμενο της σκέψης και το επηρεάζουν ανάλογα.

 

Ακόμα, η λειτουργία της σκέψης επηρεάζεται εξίσου αρνητικά από την επιλεκτική εστίαση του ατόμου σε οποιοδήποτε σημάδι απειλής είτε από το εξωτερικό περιβάλλον (συμπεριφορές, βλεμματική επαφή και γενικότερη στάση σώματος των άλλων που προδιαθέτει για αρνητική κριτική και σχόλια) είτε από τις σωματικές αισθήσεις του ίδιου του ατόμου (μέσω της εκδήλωσης αυτόνομων- νευροφυτικών συμπτωμάτων- κοκκίνισμα, ταχυπαλμία, εφίδρωση) εναντίον της συνολικής εικόνας του εαυτού.

Με αυτόν το διαστρεβλωτικό τρόπο λειτουργίας της σκέψης το άτομο μαθαίνει να σκέφτεται αρνητικά (για τον εαυτό του και τους άλλους), να ερμηνεύει αρνητικά (τα ίδια του τα σωματικά σημάδια, καθώς και τη γλώσσα του σώματος των άλλων) και να αισθάνεται αρνητικά (τύψεις, ενοχές, θυμό, θλίψη για την ανεπαρκή επίδοση) με αποτέλεσμα τη μείωση της λειτουργικότητάς του και τη συστηματική αποφυγή των φοβικών-αγχογόνων ερεθισμάτων, προκειμένου να προστατέψει την αυτοεικόνα του. Με τη διαδικασία της εξοικείωσης το άτομο μπορεί να καταλάβει τη δική του ενεργή συμμετοχή (μέσω της διαστρεβλωτικής λειτουργίας της σκέψης) στη συντήρηση και ενίσχυση της κοινωνικής του φοβίας και να αποφασίσει εξίσου ενεργά να παρέμβει, αρχίζοντας σταδικά την αλλαγή στον τρόπο σκέψης, εμηνείας και αντίληψης των γεγονότων που σχετίζονται με τη διαταραχή του.    

    Για να μάθει το άτομο να ελέγχει το κοινωνικό του άγχος θα πρέπει να καταλάβει πρώτα σε ποιες ειδικές συνθήκες αγχώνεται μέσα στην καθημερινή του ζωή και να παρατηρεί τον εαυτό του (συμπεριφορικές και συναισθηματικές αντιδράσεις) μέσα σε αυτές τις καταστάσεις . Με τη βοήθεια του θεραπευτή και με τη συμπλήρωση ειδικών εντύπων για την καταγραφή και παρακολούθηση του κοινωνικού άγχους (με μία διαβάθμιση κλίμακας από το 0=καθόλου άγχος έως το 100=πολύ έντονο άγχος) στις καθημερινές δραστηριότητες της εβδομάδας, το άτομο μαθαίνει να παρακολουθεί τις διακυμάνσεις του κοινωνικού του άγχους και να εντοπίζει τις καταστάσεις εκείνες που το πυροδοτούν προς τις υψηλότερες βαθμολογίες της κλίμακας.

  Σταδιακά, θα μπορεί να διακρίνει όλο και περισσότερο, πως σε κάποιες καταστάσεις αγχώνεται πολύ περισσότερο σε σχέση με κάποιες άλλες, δεν το αγχώνουν όλες οι καταστάσεις το ίδιο, όπως πιθανόν να νόμιζε αρχικά, και ο εντοπισμός των αγχωτικών/φοβικών και ιδιαίτερων καταστάσεων που πυροδοτούν την κοινωνική φοβία είναι πολύ σημαντικό κομμάτι στη θεραπεία, διότι βοηθάει το θεραπευτή να διαμορφώσει ένα πλάνο θεραπείας που να συνάδει με τις ανάγκες και τους στόχους του ατόμου, όπως αυτοί ανακύπτουν μέσα από την παρακολούθηση και την καταγραφή του κοινωνικού άγχους  (Hope et al., 2000).

         

Ταυτόχρονα, το άτομο εκπαιδεύεται να παρατηρεί τις τρείς διαστάσεις του άγχους του μέσα από την καθημερινή αυτοπαρακολούθηση: μαθαίνει δηλαδή να ενοπίζει τις αυτόματες σκέψεις του, να ανιχνεύει και να διακρίνει τα συναισθήματά του και να παρατηρεί τις συμπεριφορές του, βλέποντας πως η μία διάσταση του άγχους του επηρεάζει την άλλη. Με αυτό τον τρόπο αποκτά μία ενεργητική ματιά για το διαταραχή του και τις συνέπειες της, δεν παρακολουθεί τα όσα του συμβαίνουν παθητικά και αναλαμβάνει έναν πιο ενεργητικό και συνεργατικό ρόλο μέσα στη θεραπεία

 

         Εκπαίδευση στον έλεγχο και την αντιμετώπιση του κοινωνικού άγχους μέσα από τεχνικές χαλάρωσης:

 

Οι τεχνικές χαλάρωσης αποσκοπούν στο να ενισχύσουν το άτομο απέναντι στις αγχογόνες κοινωνικές καταστάσεις, ώστε να μάθει να ελέγχει το άγχος του παρά να κατακλύζεται από αυτό. Μέσω των τεχνικών χαλάρωσης ο ασθενής μαθαίνει αρχικά να ηρεμεί (χρησιμοποιώντας τη νευρομυική χαλάρωση) και να αναπνέει κανονικά (εξασκούμενος στη διαφραγματική αναπνοή) παρόλα τα πιθανά έντονα σημάδια άγχους, που εκδηλώνονται με τη φυσιολογική διέγερση του οργανισμού και τα νευροφυτικά –σωματικά συμπτώματα. Σε πολλές περιπτώσεις δε, όταν ο αθενής έχει εξασκηθεί πολύ καλά στο να χαλαρώνει τους μύες του και να αναπνέει κανονικά χωρίς δυσφορία, μπορεί να χαλαρώνει χρησιμοποιώντας μόνο τη λέξη κλειδί «χαλάρωσε», την οποία απευθύνει στο σώμα του και τον εαυτό του (Ost, 1987). Αρκετές έρευνες έχουν τονίσει την αποτελεσματικότητα και την επιτυχία των τεχνικών χαλάρωσης στους κοινωνικά φοβικούς ασθενείς, σε σημείο να εμφανίζουν όλο και λιγότερα σημάδια σωματικού άγχους στη διάρκεια των κοινωνικών αλληπεδράσεων .

 

.

        Συμπεριφορικά Πειράματα-Έκθεση στις αγχογόνες καταστάσεις :    Τα συμπεριφορικά πειράματα  έχουν αποδειχθεί ένα απαραίτητο και πολύ αποτελεσματικό συστατικό της Γνωστικό-Συμπεριφορικής θεραπείας.  Μέσα από την ενεργητική συνεργασία θεραπευτή και ασθενούς καταστρώνεται ένα πλάνο Έκθεσης, το οποίο βασίζεται σε μία λίστα καταστάσεων που προκαλούν τους μεγαλύτερους φόβους και αυτές καλείται ο αθενής να αντιμετωπίσει σε πραγματικές συνθήκες και εμπλεκόμενος ολοκληρωτικά σε αυτές. Η Έκθεση του ασθενούς μπορεί να ξεκινήσει από τις καταστάσεις εκείνες που του προκαλούν το λιγότερο άγχος και σταδιακά να εκτίθεται σε όλο και πιο αγχογόνες καταστάσεις, μέχρι να φτάσει να εκτίθεται στην κατάσταση εκείνη που του προκαλεί το μεγαλύτερο άγχος ( Marks, 1993).

 

       Ωστόσο, όπως σημειώνουν o Marks (1993) και ο Βutler (1985) , η Έκθεση στην περίπτωση της κοινωνικής φοβίας αντιμετωπίζει αρκετές δυσκολίες στο σχεδιασμό και  την εφαρμογή της, και αυτό γιατί για να είναι η Έκθεση πετυχημένη πρέπει να ικανοποιούνται τέσσερις βασικές συνθήκες, δηλαδή να είναι προβλεπόμενη (πράγμα δύσκολο λόγω των απρόβλεπτων επιπλοκών από την πραγματική επαφή με τις συνθήκες «ακροατηρίου») προοδευτική, παρατεταμένη (να παραμένει το άτομο στη φοβική συνθήκη για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα), επανειλημμένη (η διαδικασία της Έκθεσης να μην έναι μόνο για μία φορά) και πλήρης (να μη χρησιμοποιηθεί καμία συμπεριφορά ασφαλείας και να πληρούνται οι τρεις προηγούμενες συνθήκες Έκθεσης).

 

       Γνωσιακή αναδόμηση με σκοπό την αλλαγή του δυσλειτουργικού και διαστρεβλωτικού τρόπου αξιολόγησης του εαυτού στις κοινωνικές περιστάσεις : 

 

 Oι γνωσιακοί παράγοντες είναι ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι για την ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής φοβίας, σε σχέση με τις άλλες αγχώδεις διαταραχές. Και αυτό, διότι στην περίπτωση της κοινωνικής φοβίας είναι πολύ έντονος ο φόβος του «ακροαητηρίου» και της αρνητικής κριτικής από τη μεριά των άλλων . Ένα σημαντικό πρώτο βήμα για τη μετέπειτα γνωσιακή αναδόμηση των ασθενών,  είναι το να προσπαθήσει ο Γνωσιακός-Συμπεριφορικός θεραπευτής να ανασκευάσει τις παρερμηνείες που πολύ πάσχοντες από κοινωνική φοβία κάνουν σχετικά με τα σωματικά τους συμπτώματα, τη στιγμή της έκθεσης τους μπροστά στους άλλους στις κοινωνικές καταστάσεις. Εδώ, είναι απαραίτητο ένα είδος ψυχοεκπαίδευσης, ώστε να ενημερωθούν οι ασθενείς για την ακριβή φύση των σωματικών τους αντιδράσεων και των αγχωτικών τους-οργανικών συμπτωμάτων, για να μπορούν να ερμηνεύουν με περισσότερη ακρίβεια και λιγότερο καταστροφικά τόσο τα νευροφυτικά-οργανικά τους συμπτώματα όσο και τις αγχογόνες καταστάσεις στις οποίες εκτίθενται. Από τη στιγμή μάλιστα που ο ασθενής θα έχει εξοικειωθεί με το Γνωσιακό-Συμπεριφορικό μοντέλο μέσα από τον εντοπισμό και την τροποποίηση των αρνητικών αυτόματων σκέψεων, θα του είναι πιο εύκολο να εμπλακεί στη διαδικασία ανίχνευσης των βαθύτερων πεποιθήσεων του, οι οποίες χρωματίζουν συναισθηματικά τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον εαυτό του και τους άλλους και την ίδια τη ζωή εν τέλει. ( Βeck, 1976). Η Γνωσιακή αναδόμηση που στηρίζεται στην  τροποποίηση αρχικά των αρνητικών αυτόματων σκέψεων και μεταγενέσταρα στην αντικατάσταση των βαθύτερων, δυσλειτουργικών πεποιθήσεων του ασθενή με πιο υγιή και λειτουργικά γνωστικά σχήματα-που στην ουσία αποτελούν τον προσωπικό γνωσιακό του χάρτη- , το δικό του εσωτερικευμένο σύστημα αξιών-τη δική του φιλοσοφία απέναντι στη ζωή με άλλα λόγια, είναι εκείνη που σταδιακά θα καταστήσει το άτομο ένα πραγματικό θεραπευτή του εαυτού του, όπως είναι άλλωστε και ο στόχος της Γνωσιακής –Συμπεριφορικής θεραπείας  (Βeck,1976   Andre & Legeron, 2007).

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1) Αmerican Psychiatry Association, (2000). Diagnostic and Statistical manual of  mental disorders, 5th ed., DC: American Psychiatry Association, Washington

2) Αndre, C.& Legeron, P. (2007). Ο Φόβος Για τους Άλλους, Αθήνα, Εκδόσεις: Κέδρος

3) Beck, A. T.(1976). Cognitive Therapy and Emotional Disorders, Penguin Books,   England.

  

4) Beck, A. T., & Emery, G.(1985). Anxiety Disorders and Phobias: A Cognitive Perspective, New York: Basic Books

 5) Butler, G.(1985). Exposure as treatment for social phobia: Some instructive difficulties. Behaviour Research and Therapy, 23, 651-657.

 

 6) Clark, D.M. & Wells, A. (1995).A cognitive-behavioural model of social phobia. In R.G. Heimberg, M.R. Liebowitz, D.A. Hope, and F. R. Schneier (Eds.), Social Phobia: Diagnosis, Assessment and Treatment, New York: Guilford Press

 7) Comer, R.J. (2008). Fundamentals of Abnormal Psychology (7th ed.), New York: Worth Publications.

  

8) Davidson, J.R.T., Hughes, D.L., George, L.K., & Blazer , K.G. (1993). The Epidemiology of Social Phobia: Findings from the Duke Epidemiologic Catchment Area Study. Psychological Medicine, 23, 709-718.

9) Hope, D.A, Heimberg, R.G., Juster, H.R, & Turk, C.L. (2000). Αντιμετώπισε το κοινωνικό άγχος: Μια γνωστική-συμπεριφορική θεραπευτική προσέγγιση, Αθήνα, εκδόσεις Πατάκης

10) Kagan, J., Reznick, J.S., & Snidman, N.(1987).The physiology and psychology of behavioral inhibition in children. Child Development, 58, 1459-1473

 11) Kessler, R.C, McGonagle, K., Zhao, S., Nelson, C., Hughes, M., Eschlemann, S., Wittchen, H.-U., & Kendler, K.S. (1994). Lifetime and 12- month prevalence    of DSM-III-R psychiatric disorders in the United States: Results from the                      National Co-morbidity Survey. Archives of General Psychiatry, 51, 8-19.

 

13) Marks, I.M., & Gelder, M.G. (1965).A controlled retrospective study of behaviortherapy in phobic patients. British Journal of Psychiatry, 111, 571-573.

14) Marks, I.M., & Gelder, M.G.(1966). Different ages of onset in varieties of phobias. American Journal of Psychiatry, 123, 218-221.

  14) Marks,  I.M. (1969). Fears and Phobias, London: Heinemman Medical. Ost, L.G., Jerremalm, A. & Johanson, J. (1981).Individual response patterns and the effects of different behavioural method in the treatment of social phobia. Behaviour Research and Therapy, 19, 1-16

15)  Marks,  I.M. (1993). Nικήστε τις Φοβίες, Αθήνα: Εκδόσεις Μέδουσα

 

16) Mineka, S. &  Zinbarg, R. (1995).Conditioning and ethological models of social  phobia. In R. Heimberg (Ed.), Social Phobia: Diagnosis, Assessment and Treatment (pp 134-162). New York: Guilford Press

 

17) Ost, L.G. (1987).Applied relaxation: Description of a coping technique and review of controlled studies. Behaviour Research and Therapy, 25, 397-409.

 18) Reich, J., & Yates, W.(1988).Family history of psychiatric disorders in social phobia. Comprehensive Psychiatry, 29,    72-75.

 

19) Robins, L.N., Helzer, J.E., Weissman, M.M., Ovvaschel, H., Gruemberg, E.M., Burke, J.D., & Regier, D.A. (1984).  Lifetime prevalence of specific psychiatry disorders in three sites. Archives of General Psychiatry, 41, 949-958.

 

20) Schneier, F.R., Johnson, J., Hornig, C.D. Liebowitz, M.R., & Weissman, M.M.  (1992). Social phobia: co-morbidity and morbidity- an epidemiologic sample.  Archives of General Psychiatry, 49, 282-288.

 

21) Torgersen, S. (1979).The nature and origin of common phobic fears. British Journal  of Psychiatry, 134, 343-351.

22) Zerbe, K.J. (1994). Uncharted waters: Psychodynamic considerations in the diagnosis and treatment of social phobia. Bulletin of the Menningerl Clinic, 58(2), 3-20.